μεταβάλησθε

μεταβάλησθε
μεταβάλλω
throw into a different position
aor subj mp 2nd pl
μεταβάλλω
throw into a different position
aor subj act 2nd pl (epic)
μεταβά̱λησθε , μεταβάλλω
throw into a different position
aor subj mid 2nd pl (doric)
μεταβά̱λησθε , μεταβάλλω
throw into a different position
aor subj act 2nd pl (epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

См. также в других словарях:

  • μεταβάλλω — (ΑM μεταβάλλω) [βάλλω] αλλάζω την κατάσταση κάποιου, μετατρέπω (α. «οι συνθήκες τής ζωής μεταβάλλουν τον άνθρωπο» β. «ο καιρός κάθε μέρα μεταβάλλεται» γ. «τὰς φυλὰς (ο Κλεισθένης) μετέβαλε εἰς ἄλλα ὀνόματα», Ηρόδ.) μσν. 1. αναπληρώνω 2. μεταπείθω …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»